ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

1. Είναι πολύ σημαντικό να προετοιμαζόμαστε πολύ καλά για μία συνέντευξη. Αυτό σημαίνει πως πριν συναντήσουμε τον/την συνεντευξιαζόμενο/η θα πρέπει να έχουμε κάνει ήδη μια μικρή έρευνα και να έχουμε:

  • βρει και διαβάσει προηγούμενες συνεντεύξεις που έχει παραχωρήσει
  • ενημερωθεί για δουλειές που έχει κάνει πριν το συγκεκριμένο έργο, με αφορμή το οποίο προσεγγίζουμε τώρα εμείς τον συνεντευξιαζόμενο/η. Ας πούμε πως θα πρέπει να κάνουμε συνέντευξη σε έναν αρχιτέκτονα. Θα πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε καλά τη διαδρομή του, να ξέρουμε ποιο είναι το στιλ του και πώς έχει εξελιχθεί ή πώς αποτυπώνεται στην τελευταία του δουλειά.
  • γνωρίζουμε πολύ καλά το ίδιο το έργο- στην περίπτωση π.χ ενός συγγραφέα, θα πρέπει να έχουμε διαβάσει τα βιβλία του, στην περίπτωση ενός σκηνοθέτη που ανεβάζει την «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο, να έχουμε διαβάσει την «Αντιγόνη».

2. Διαμορφώνουμε το ερωτηματολόγιό μας σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε για το συγκεκριμένο έργο- δουλειά που γίνεται αφορμή για τη συνάντησή μας και όσα μάθαμε για τον ίδιο. Συνήθως οι ερωτήσεις μας δεν ξεπερνούν τις 12- 15 (πρόκειται για έναν εμπειρικό κανόνα που ασφαλώς δεν είναι απόλυτος). Στη συνέντευξη- πορτρέτο μπορούμε ωστόσο  να κάνουμε περισσότερες αφού πρόκειται στην ουσία για ένα «αφιέρωμα» στο πρόσωπο αυτό.

Προσοχή ως προς τις ερωτήσεις :

Στη δημοσιογραφία λέμε πως υπάρχουν «κλειστές» και «ανοιχτές» ερωτήσεις.

  • Οι κλειστές είναι εκείνες οι ερωτήσεις που μπορεί κανείς να απαντήσει μονολεκτικά ή με μια μικρή φράση. Για παράδειγμα, αν ρωτήσουμε έναν συγγραφέα «αυτό είναι το πρώτο ή το δεύτερο άλμπουμ σας;» εκείνος μπορεί να απαντήσει μονολεκτικά, «το πρώτο» ή «το δεύτερο» (βέβαια στο πλαίσιο όσων είπαμε πριν θα έπρεπε ήδη να το γνωρίζαμε αυτό). Συνήθως δεν επιλέγουμε να κάνουμε κλειστές ερωτήσεις, γιατί θέλουμε να μιλάει περισσότερο ο συνεντευξιαζόμενος, να «ανοιχτεί» κι ενδεχομένως να μας πει περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι είχαμε και οι ίδιοι υπολογίσει.

Τις κλειστές ερωτήσεις τις επιλέγουμε όταν θέλουμε ο συνεντευξιαζόμενος να μας απαντήσει πολύ συγκεκριμένα (π.χ προς Υπουργό «τελικά θα προτείνετε ή όχι το τάδε νομοσχέδιο;») ή όταν θέλουμε να κλείσουμε την κουβέντα πάλι με ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Οι κλειστές ερωτήσεις δίνουν έναν μεγαλύτερο «έλεγχο» στον δημοσιογράφο.

  • Οι ανοιχτές είναι εκείνες οι ερωτήσεις με τις οποίες ζητάμε να μας πει ο συνεντευξιαζόμενος/η ποια είναι η γνώμη του/της για ένα ζήτημα, αλλά και πώς αισθάνεται για κάποιο γεγονός, πώς σκέφτεται για κάτι, πώς φαντάζεται κάτι, τι σημαίνει για εκείνον/η κάτι κλπ (κρύβουν δηλαδή μέσα τους τα γιατί, πως, τι και περιγραφές) . Μπορούμε να ρωτήσουμε π.χ «πώς αισθάνεστε για το γεγονός ότι ο κόσμος δεν αγκάλιασε την τελευταία σας ταινία και δεν πήγε καλά εισπρακτικά;» (εδώ δεν μπορεί να απαντήσει μονολεκτικά). «Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που σας ενέπνευσαν και σας ενθάρρυναν στην πορεία σας;». Συνήθως προτιμάμε να κάνουμε ανοιχτές ερωτήσεις ώστε να αφήνουμε μεγαλύτερα περιθώρια στον συνεντευξιαζόμενο. Μπορούμε να ξεκινήσουμε διατυπώνοντας το ερώτημα με τις εξής φράσεις: «ποια είναι η άποψή σας για…», «πώς αισθάνεσθε για το γεγονός ότι…».

Διατυπώνουμε τα ερωτήματά μας στον πληθυντικό και όχι στον ενικό (όταν γράφουμε πια το κείμενο της συνέντευξης), ακόμα και όταν γνωρίζουμε καλά τον συνεντευξιαζόμενο.

3. Ζητάμε τηλεφωνικά ή με e-mail τη συνέντευξη από τον ίδιο ή από τους συνεργάτες του.

Προσοχή: Η συνέντευξη αρχίζει ήδη από αυτό εδώ το στάδιο! Θα πρέπει λοιπόν να είμαστε ευγενικοί, σαφείς (να πούμε ακριβώς τι θέλουμε να κάνουμε, ποιοι είμαστε, για ποιο έντυπο δουλεύουμε και πότε αναμένουμε να δημοσιευθεί η συνέντευξη). Επίσης δεν ντρεπόμαστε! Κάνουμε μια δουλειά και διεκδικούμε την πιο δυνατή συνέντευξη ακόμα και αν είναι με ένα σούπερ-σταρ, τον Πρωθυπουργό μιας χώρας ή όποιον άλλον έχουμε επιλέξει.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ

  • Φροντίζουμε να φτιάξουμε ένα καλό κλίμα στην αρχή. Μπορούμε για 2-3′ να μιλήσουμε φιλικά, για μια κοινή μας εμπειρία, για κάποια από τις δουλειές του ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί μια χημεία μεταξύ μας και κλίμα εμπιστοσύνης για να κυλήσει καλύτερα η κουβέντα.
  • Δεν ντρεπόμαστε και θυμόμαστε πάντα πως όσο διάσημος και αν είναι ο άνθρωπος απέναντί μας σε αυτή την κουβέντα είμαστε ίσοι. Μιλάμε ως ίσος προς ίσο. Σε αυτό θα μας βοηθήσει να σκεφτόμαστε πως πολλές φορές ο συνεντευξιαζόμενος έχει και εκείνος/η την ανάγκη να μοιραστεί εμπειρίες και σκέψεις του και να επικοινωνήσει.
  • Είμαστε πάντα ευγενικοί, ακόμα και όταν διατυπώνουμε «σκληρές» ερωτήσεις.
  • Παραμένουμε ψύχραιμοι καθ’όλη τη διάρκεια της κουβέντας είτε συμπαθήσουμε πάρα πολύ τον συνεντευξιαζόμενο είτε τον αντιπαθήσουμε είτε εκνευριστούμε με κάτι είτε αντιθέτως ενθουσιαστούμε παρά πολύ.
  • Αν δεν απαντηθούν κάποια από τα ερωτήματά μας είτε επειδή ο συνεντευξιαζόμενος παρασύρθηκε από τις σκέψεις του είτε επειδή αποφεύγει να μας απαντήσει για τους δικούς τους λόγους, εμείς επανερχόμαστε και υπενθυμίζουμε ότι δεν μας απάντησε και ότι θα θέλαμε να ακούσουμε την απάντησή του.
  • Πολύ- πολύ σημαντικό: παρότι έχουμε κάνει μεγάλη έρευνα προκειμένου να φτιάξουμε το ερωτηματολόγιό μας, θα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και να παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά τι μας λέει ο συνεντευξιαζόμενος, γιατί μπορεί να μας οδηγήσει σε κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι έχουμε σημειώσει ή ακόμα και να μας αποκαλύψει κάτι που ενδεχομένως δεν γνωρίζαμε ή δεν έχει ξαναπεί δημόσια ποτέ! Επομένως, προσέχουμε να μη διακόπτουμε παρά μόνο αν πρέπει και δεν μένουμε προσκολλημένοι στο ερωτηματολόγιό μας.
  • Τέλος μια πρακτική συμβουλή: έχουμε ελέγξει από πριν ότι λειτουργεί το κασσετοφωνάκι μας, ενώ παράλληλα έχουμε και ένα σημειωματάριο στο οποίο -αν μπορούμε και αν προλαβαίνουμε- σημειώνουμε πολύ συνοπτικά κάποιες σημαντικές απαντήσεις του και στιγμές ή εντυπώσεις από αυτή την κουβέντα.
  • Και δεν αφαιρούμαστε ποτέ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης!

 

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΥΛΙΚΟΥ

1. Απομαγνητοφώνηση

Aφού τελειώσουμε τη συνέντευξή μας κάνουμε απομαγνητοφώνηση (η οποία συνήθως θα μας πάρει διπλή ώρα από τη διάρκεια της συνέντευξης, π.χ αν η συνέντευξη διήρκησε 1 ώρα, για την απομαγνητοφώνηση υπολογίζουμε 2 ώρες). Ακούμε το αρχείο και γράφουμε στον υπολογιστή ή σε χαρτί τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις. Στις απαντήσεις δεν χρειάζεται βέβαια να γράψουμε τα «ε» ή το «κάτσε να το σκεφτώ», το «καλημέρα» ή το «ευχαριστώ» στο τέλος. Γράφουμε τις κανονικές απαντήσεις του ακριβώς όπως τις διατύπωσε (αυτό είναι πολύ σημαντικό), χωρίς να τις κόβουμε ή να αλλάζουμε νόημα ή να παραλείπουμε κάτι.

2. Επιλογή υλικού

Έπειτα, συγκεντρώνουμε όλα τα υλικά μας: το κείμενο της απομαγνητοφώνησης, τις σημειώσεις μας από τη συνάντησή μας με τον συνεντευξιαζόμενο, όπως και τις γενικές μας σημειώσεις από την έρευνα που είχαμε κάνει για τον ίδιο και το έργο. Τα ξαναδιαβάζουμε όλα και υπογραμμίζουμε αυτά που θεωρούμε πιο σημαντικά και ό,τι απαραίτητο ή ενδιαφέρον πρέπει να γνωρίζει ο κόσμος σύμφωνα με την κρίση μας. Δυστυχώς, δεν μπορούμε συνήθως να συμπεριλάβουμε τα πάντα γιατί συνήθως δεν έχουμε τόσο χώρο στη διάθεσή μας, επομένως πρέπει να κάνουμε επιλογή. Και αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια της δουλειάς μας.

ΠΩΣ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Υπάρχουν δύο τρόποι να γράψουμε μια συνέντευξη:

*Ο «ευθύς» ή αλλιώς «ερώτηση- απάντηση»

δηλαδή γράφουμε το κείμενο ως ερώτηση- απάντηση. Επιλέγουμε αυτόν τον τρόπο όταν θέλουμε να είναι πιο ζωντανό το κείμενο και θέλουμε να δώσουμε βάρος στις απαντήσεις του συνεντευξιαζόμενου. Η δομή μιας τέτοιας συνέντευξης παίρνει συνήθως την παρακάτω μορφή:

  • Τίτλος
  • Λιντ (lead)
  • Μία – δύο παραγράφους στις οποίες εξηγούμε την αφορμή για τη συνέντευξη και «παρουσιάζουμε» σύντομα ποιος είναι ο άνθρωπος με τον οποίο μιλάμε και ποια είναι τα σημαντικότερα έργα του, γιατί κάποιος αναγνώστης μπορεί να μην τον/ την γνωρίζει και θα πρέπει να ενημερωθεί ώστε να παρακολουθήσει τη συζήτηση που ακολουθεί.
  • Έπειτα παραθέτουμε τις ερωτήσεις- απαντήσεις. Δεν είναι απαραίτητο ότι θα κρατήσουμε οπωσδήποτε τη σειρά με την οποία έγιναν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, αλλά με τρόπο που να εισάγει καλύτερα και πιο ομαλά τον αναγνώστη στο θέμα. Φροντίζουμε η πρώτη και η τελευταία ερώτηση/ απάντηση να είναι πολύ καλές ώστε αφενός να προσελκύσουμε στην αρχή το ενδιαφέρον στον αναγνώστη, αλλά και να κλείσουμε δυναμικά, αφού αυτός θα είναι ο «επίλογός μας». Μετά την τελευταία απάντηση, δεν γράφουμε πάλι εμείς ως δημοσιογράφοι κάτι.

*Ο πλάγιος ή αλλιώς ως «κείμενο ροής»

Σε αυτή την περίπτωση γράφουμε τη συνέντευξη σαν άρθρο, σαν ιστορία μέσα στην οποία παρεμβάλλονται στο κατάλληλο σημείο δηλώσεις του συνεντευξιαζόμενου εντός εισαγωγικών («…»). Επιλέγουμε αυτό το στυλ όταν θέλουμε να μεταφέρουμε στους αναγνώστες και πολλές εικόνες και εντυπώσεις. Για παράδειγμα αν ακολουθούμε ένα συγκρότημα σε μια περιοδεία του, είναι λογικό να θέλουμε να περιγράψουμε και την ατμόσφαιρα του ταξιδιού, πού δόθηκαν οι σημαντικότερες συναυλίες, πώς αντέδρασε το κοινό, πώς είναι οι σχέσεις των μελών του συγκροτήματος μεταξύ τους κλπ. Σε αυτή την περίπτωση η δομή είναι η παρακάτω:

  • Τίτλος
  • Λιντ (lead)
  • Κείμενο, μέσα στο οποίο βάζουμε και αποσπάσματα από τη συνέντευξη στο κατάλληλο σημείο.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΗΓΗΤHΣ